περισσεύω

περισσεύω 1. неперех. изобиловать; быть в излишке; 2. иметь в (пре)избытке, превосходить; 3. перех. делать богатым; преумножать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "περισσεύω" в других словарях:

  • περισσεύω — περισσεύω, περίσσεψα βλ. πίν. 17 Σημειώσεις: περισσεύω : η παθητική φωνή μόνο στη μτχ. περισσευούμενα …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • περισσεύω — to be over and above pres subj act 1st sg περισσεύω to be over and above pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περισσεύω — και περιττεύω ΝΜΑ και περ(ι)σσεύγω και περσεύω Ν [περισσός / περιττός] 1. πλεονάζω, ξεπερνώ τον απαιτούμενο ή τον κανονικό αριθμό, μένω ως υπόλοιπο («μύριοί εἰσιν τὸν ἀριθμόν, εἷς δὲ περισσεύει», Ησίοδ.) 2. είμαι υπερεπαρκής, αφθονώ, έχω… …   Dictionary of Greek

  • περισσεύω — [пэриссэво] р. оставаться в излишке, быть в избытке, изобиловать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • περισσεύω — περίσσεψα, μτχ. παθ. ενεστ. περισσευούμενος, αμτβ., είμαι παραπανίσιος, πλεονάζω: Του φτωχού το σκοινί μονό δε φτάνει, διπλό περισσεύει (παροιμία) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • περισσεύετε — περισσεύω to be over and above pres imperat act 2nd pl περισσεύω to be over and above pres ind act 2nd pl περισσεύω to be over and above imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περισσεύῃ — περισσεύω to be over and above pres subj mp 2nd sg περισσεύω to be over and above pres ind mp 2nd sg περισσεύω to be over and above pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιττεύσει — περισσεύω to be over and above aor subj act 3rd sg (attic epic) περισσεύω to be over and above fut ind mid 2nd sg (attic) περισσεύω to be over and above fut ind act 3rd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιττεύσουσιν — περισσεύω to be over and above aor subj act 3rd pl (attic epic) περισσεύω to be over and above fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) περισσεύω to be over and above fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιττεύσῃ — περισσεύω to be over and above aor subj mid 2nd sg (attic) περισσεύω to be over and above aor subj act 3rd sg (attic) περισσεύω to be over and above fut ind mid 2nd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιττεύῃ — περισσεύω to be over and above pres subj mp 2nd sg (attic) περισσεύω to be over and above pres ind mp 2nd sg (attic) περισσεύω to be over and above pres subj act 3rd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.